Ηθική και ευζωία
ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ
03.03.2016 Αντώνης Μπιλίσης

ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ "Ο αρχαίος ελληνικός νομικός πολιτισμός και η συμβολή της επικούρειας φιλοσοφίας στο δίκαιο".

 

Η εργασία αυτή έχει ως  αφορμή τις απόψεις του καθηγητή του Αστικού Δικαίου Μιχάλη Σταθόπουλου για τον ιδεαλισμό και θετικισμό στη νομική επιστήμη, στις οποίες αποτελεί και σχόλιο, καθώς και την ανάγνωση του εξαιρετικού και μοναδικού στο είδος του βιβλίου του δικηγόρου και φιλόλογου Παναγιώτη Κυριακόπουλου ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ο οποίος τυχαίνει να είναι και συντοπίτης μου καταγόμενος από τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας. Αποτελείται από τρία μέρη. 

Το πρώτο είναι γενικό και αναφέρεται στη γέννηση και την εξέλιξη του δικαίου.

Το δεύτερο αναφέρεται στις νομικές αρχές του Αττικού δικαίου που είναι το δίκαιο της δημοκρατίας και αποτελεί τη βάση του σύγχρονου δικαίου. Δεν είναι η βάση το Ρωμαικό δίκαιο όπως εσφαλμένα διδάσκεται στις νομικές σχολές. Είναι εκπληκτικό δε το γεγονός ότι το Αττικό δίκαιο περιλαμβάνει διατάξεις με ποιοτική  ένταση πολλές φορές μεγαλύτερη των αντίστοιχων σύγχρονων για τα κρίσιμα δικαϊικά  ζητήματα, όπως  θα διαπιστώσετε.

Το τρίτο μέρος αναφέρεται στην επιρροή της επικούρειας φιλοσοφίας στο δίκαιο η οποία δεν έχει φωτιστεί επαρκώς μέχρι σήμερα και θα προσπαθήσω να αναπληρώσω κατά το δυνατόν την έλλειψη.  Η παρουσίαση κάθε μέρους έχει διάρκεια περί τα 10 λεπτά.  

 

Πρώτο μέρος : Ο αρχαίος ελληνικός νομικός πολιτισμός.

 


Δίκαιο είναι το σύστημα κανόνων που ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις οι οποίοι διατυπώνονται σε νόμους, ήτοι σε γραπτά κείμενα που προβλέπουν και ποινές για την περίπτωση της παράβασής τους.


Το δίκαιο αρχικά ήταν προφορικό - εθιμικό και θεωρούνταν έργο των θεών στους οποίους αποδιδόταν η θέσμιση των κανόνων  του. Στην πίστη δε αυτή στηρίζονταν  οι Βασιλείες και οι γεωκτημονικές αριστοκρατίες, καθώς οι βασιλείς και οι αριστοκράτες ήταν και οι δικαστές υποδυόμενοι   τους αντιπροσώπους του Θεού.

Ωστόσο από τον 7ο αιώνα οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι μπολιάζουν την ανθρωπότητα νομιμοποιώντας τη λογική ως μέσο για την εξήγηση των φυσικών φαινομένων και της γέννησης του κόσμου, κι  αυτό τον  5ο αιώνα καταλήγει στην έλευση του σοφιστικού κινήματος, που ορθά ονομάστηκε Ελληνικός Διαφωτισμός. Οι σοφιστές στρέφουν την προσοχή τους από το σύμπαν και τον κόσμο στον άνθρωπο και την κοινωνία του και με μέσο τον «ορθό λόγο», την κοινή λογική,  προκαλούν την αμφισβήτηση των πάντων και ιδίως των ακλόνητων μέχρι τότε υπερβατικών και μεταφυσικών παραδοχών. Επίσης σχετικοποιούν τα πράγματα εισάγοντας νέες αντιλήψεις όπως αυτή του κοινωνικού συμβολαίου ως αιτία για τη συγκρότηση της πολιτείας και υποστηρίζουν το χειράφετο θετό ή θετικό δίκαιο της δημοκρατίας που το νομοθετούν τα πολιτειακά όργανά της εγγράφως. 


Τότε γεννιέται και η διαμάχη μεταξύ του νομικού ιδεαλισμού και του νομικού θετικισμού που κρατεί ακόμα και σήμερα. Ο πρώτος επικαλείται ότι το δίκαιο υπάρχει a priori αντικειμενικά και η πηγή του βρίσκεται σε υπερβατικούς και απαράβατους νόμους που αποτελούν το δίκαιο της φύσεως, το λεγόμενο και φυσικό δίκαιο, οι οποίοι είναι  σημείο αναφοράς και επικρατούν της νομοπαραγωγής της κοινωνίας. Ο Σωκράτης στην κατεύθυνση αυτή δέχεται ότι ο άνθρωπος συλλαμβάνει σταθερές αντικειμενικές αλήθειες για το τι είναι αγαθό, τι είναι αρετή, τι είναι δίκαιο και τι άδικο και αναζητεί για τα ζητήματα αυτά καθολικό (γενικής ισχύος) ορισμό, ενώ ο Πλάτωνας στην ίδια λογική βρίσκει την αντικειμενική όπως λέει αλήθεια  σε μια μεταφυσική –  θεωρητική δική του κατασκευή, τις «ιδέες», που δήθεν προϋπάρχουν κάθε αισθητής ύπαρξης και κάθε νόμου και είναι αιώνιες και αμετάβλητες, στις οποίες συγκαταλέγει και τη δικαιοσύνη που την  θεωρεί «ιδέα» αυθύπαρκτη. Και καταλήγει στους Νόμους του (IV 716 C)  στην καθολική πρότασή του :  « ο θεός …  πάντων χρημάτων μέτρον», δηλαδή ο θεός είναι που  ρυθμίζει τις ποιότητες και τις αξίες των πραγμάτων.

Στο φυσικό δίκαιο αποδόθηκε θεία καταγωγή και ο Ηράκλειτος υποστηρίζει ότι «τρέφονται πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός του θείου». Και η Αντιγόνη του Σοφοκλή απευθύνεται στον Κρέοντα λέγοντας  ότι δεν έχουν τόση ισχύ τα διατάγματά του ώστε να μπορούν να καταλύσουν «τα άγραπτα και ασφαλή τα των θεών νόμιμα» γιατί αυτά δε γεννήθηκαν χθές «αλλ’ αείποτε ζη ταύτα», ζούν δηλαδή ανέκαθεν.

Ο δε Πλάτωνας δέχεται κι αυτός ότι το δίκαιο είναι μεταφυσικό μέγεθος αναγόμενο στο Θείο. Είναι το «διαϊόν» ισχυρίζεται  το αιώνιο αρχέτυπο, «ο λέγει ο Αναξαγόρας νουν» και αναφέρεται με τον τρόπο αυτόν στο θείο, διότι ο θεός για τον Αναξαγόρα είναι νούς.  Και για τη λέξη νόμος αναφέρει  ότι  έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη «νους»  και σημαίνει «διανομή του νού». «Την του νου διανομήν νόμον επονομάζομεν». Νόμος δηλαδή είναι η διανομή της λογικής και εισφέρει και το  «ου διαφέρει λόγος ορθός, λόγου δικαιοσύνης» το οποίο αποσπασμένο από την μεταφυσική θεώρησή του μπορεί να γίνει δεκτό. 

Ο Αριστοτέλης ακολούθως είναι αυτός που  προσγειώνει το φυσικό δίκαιο δεχόμενος ότι αυτό είναι «το πανταχού την αυτή έχον δύναμιν ώσπερ το πύρ ενθάδε και εν Πέρσαις καίει», δηλαδή αυτό που παντού έχει την ίδια δύναμη όπως η φωτιά που καίει το ίδιο και εδώ και στους Πέρσες. Επιπλέον στη Ρητορική του λέγει ότι υπάρχουν ορισμένες πράξεις που εκ φύσεως θεωρούνται ως δίκαιες ή άδικες από όλους τους ανθρώπους, ακόμα και αν δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία συμφωνία ή  επικοινωνία. Κατά δε τον  Ξενοφώντα το φυσικό  δίκαιο είναι οι άγραφοι νόμοι «οι εν πάσει χώρα κατά ταυτά νομιζόμενοι», δηλαδή αυτοί που ισχύουν σε κάθε χώρα και στηρίζονται στις ίδιες παραδοχές.

Από την άλλη ο νομικός θετικισμός επικαλείται ότι οι νόμοι που ρυθμίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα στην κοινωνία πρέπει να προέρχονται από τον ίδιο τον άνθρωπο παραγόμενοι από το νομοθετικό όργανό της πολιτείας και ότι δεν ανάγονται σε δεδομένες μεταφυσικές θέσεις, διότι «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος έχει δικό του κριτήριο με το οποίο εκτιμά τα πράγματα, όπως σωστά λέει ο Πρωταγόρας.

Ο θεός του Πλάτωνα είναι  γι’ αυτόν απλή λέξη, ακατάληπτη στην ουσία της καθώς στερείται κάποιου υλικού αντικειμένου, και η προσωπική του στάση για το ζήτημα του θείου περιλαμβάνεται στην περίφημη φράση του « περί μεν των θεών ούκ έχω ειδέναι ουθ’ ως εισίν ουθ’ ως ουχ εισίν ουθ’ οποίοι τινές ιδέαν. Πολλά τα κωλύοντα ειδέναι, η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». [Δεν  ξέρω τίποτα για τους θεούς ούτε αν υπάρχουν  ούτε αν δεν υπάρχουν ούτε με τι μοιάζουν. Πολλά είναι αυτά που εμποδίζουν τη γνώση και κυρίως ότι είναι άφαντοι και ότι είναι βραχύς ο ανθρώπινος βίος]. Με τον τρόπο αυτόν ο Πρωταγόρας  κλείνει έλλογα το ζήτημα.

 

Ο Αντώνης με την συντονίστρια της συζήτησης Όλγα Παυλίδου.

 

Αλλά καλύτερα για το νόμο τα λέει ο Περικλής που εκπροσωπεί το Θετό δίκαιο . «Νόμος εστί ος το πλήθος συνελθόν και δοκιμάσαν έγραψε, φράζων α τε δη ποιείν και α μη» Νόμος δηλαδή είναι αυτά που γράφηκαν τα οποία επιδοκίμασε ο λαός που συνήλθε σε συνέλευση,  λέγοντας τι επιτρέπεται και τι όχι.  Αυτός δεν αναγνωρίζει άλλο νόμο παρά μόνον αυτόν που εκδίδεται δημοκρατικά και ορθά πράττει.  Ο δε  Αριστοτέλης λέγει ότι νόμος «εστι λόγος ωρισμένος καθ΄ ομολογίαν πόλεως κοινήν, μηνύων πως δει πράττειν έκαστα», δηλαδή νόμος είναι η λογική κρίση επικυρωμένη με την καθολική γνώμη της πόλης που καθορίζει πως πρέπει να πράττει κανείς σε κάθε περίπτωση.

Ο δε Δημοσθένης συμπληρώνει, ότι είναι μεν οι νόμοι  εφεύρημα και δώρο των θεών αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και γνώμη σωφρόνων ανθρώπων που λειτουργεί ως επανορθωτικό μέσο για τα εκούσια και ακούσια σφάλματα. Και καταλήγει, ότι ο νόμος είναι  «πόλεως … συνθήκη κοινή καθ’ ην προσήκει ζήν», δηλαδή κοινή συμφωνία των πολιτών  με βάση την οποία πρέπει να ζεί κανένας.  
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι για το Αττικό δίκαιο νόμος είναι μόνον  ο γραπτός και υπάρχει ρητή απαγόρευση στους νόμους του Σόλωνα (594 π.σ.χ.) που αποτελούν το «Σύνταγμα» της Αθηναίων Πολιτείας για τη χρήση άγραφων νόμων καθώς αυτοί είναι κληρονομία και στήριγμα  της αριστοκρατίας. «Αγράφοις νόμοις μη χρήσθαι μηδέποτε μηδέ περί ενός» νομοθέτησε ο Σόλωνας. Και πολύ ορθά νομοθέτησε διότι έτσι απέκλεισε την αυθαιρεσία του προφορικού κι έμεινε στην ιστορία γιατί μπόρεσε με αυτή και άλλες διατάξεις να άρει τη σύγκρουση των κοινωνικών τάξεων, με τη συναίνεσή τους, διατυπώνοντας για πρώτη φορά το κοινωνικό συμβόλαιο.

Το ίδιο που «επανεφευρέθηκε» στο διαφωτισμό από τον Τζων Λόκ δύο χιλιάδες διακόσια  χρόνια αργότερα και αποτελεί ενδεχομένως ακόμα και σήμερα την κατεύθυνση για τη λύση  των οικονομικών προβλημάτων την περίοδο της κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε, χωρίς όμως να έχει  καμία σχέση με το προ τριακονταετίας «συμβόλαιο με το λαό» που θυμούνται βεβαίως οι παλιότεροι.  Οι εύποροι και  όσοι από τη μεσαία τάξη βρίσκονται σε καλή κατάσταση την περίοδο της κρίσης πρέπει να επιδοτήσουν την ομαλότητα βάζοντας το χέρι στην τσέπη  χωρίς να γκρινιάζουν γιατί έχουν μεγαλύτερο όφελος, ήτοι την  αποσόβηση της  κοινωνικής σύγκρουσης και την επιβίωση της χώρας στην οποία ζούν. 

Επίτευγμα του κοινωνικού συμβολαίου είναι η Δημοκρατία η οποία αποτέλεσε το εργαλείο που έλυσε το πρόβλημα της σύγκρουσης των κοινωνικών τάξεων με μοναδική επιτυχία και η αποτελεσματικότητα αυτή είναι το εχέγγυο για την ποιότητα του μέσου. Σκοπός της Δημοκρατίας είναι η ελευθερία πραγματώνεται «όταν το πλήθος προς το κοινόν πολιτεύηται συμφέρον». Μόνος δε εγγυητής της δημοκρατίας και της ελευθερίας είναι ο νόμος και για το λόγο αυτόν ορθά ο Ηράκλειτος προτρέπει το Δήμο στα πρώιμα ακόμα χρόνια,  «μάχεσθαι χρή … υπέρ νόμου όκωσπερ τείχεος» τασσόμενος καθαρά αυτή τη φορά με το θετό δίκαιο.


Οι ρίζες της Δημοκρατίας βρίσκονται στη νομοθεσία του Λυκούργου στη λεγόμενη Μεγάλη Ρήτρα το αρχαιότερο κείμενο της  Ελληνικής Νομοθετικής ιστορίας το οποίο καταλήγει με την εντολή να συνέρχεται ο λαός σε τακτικές συνελεύσεις που θα συγκαλούνται σε συγκεκριμένο χώρο και να έχει δικαίωμα «ανταγορίας», δηλαδή διαφωνίας στους άρχοντες, και να είναι αυτός (ο λαός) κύριος της πολιτείας. Η  κρίσιμη φράση είναι «δάμω δ’ ανταγορίας έμεν και κράτος».  Δυστυχώς όμως για τη Σπάρτη και για τον Ελληνισμό γενικότερα η δημοκρατική της πρωτοπορία ανατρέπεται όταν η αριστοκρατία επιβάλλεται και προσθέτει στη Μεγάλη Ρήτρα τη λεγόμενη μικρή.  Όταν ο λαός ( ο δάμος) δεν παίρνει τις ορθές αποφάσεις «τους πρεσβυγενέας και αρχαγέτας αποσταστήρας ήμεν», δηλαδή οι γερουσιαστές και οι βασιλείς έχουν δικαίωμα να αρνούνται την κύρωσή τους. Με αυτά και με τάλλα επικράτησε στη Σπάρτη η ολιγαρχία και η πολιτεία της ευτελίστηκε σε κοινωνία στρατοπέδου.   

 

        

Στιγμιότυπα από την αίθουσα 

 

Μέρος 2ο: Ειδικά για τις νομικές αρχές του Αττικού Δικαίου

 

Αντιθέτως η Δημοκρατία άνθησε στην Αθήνα. Μνημονεύω τις κύριες νομικές αρχές με λίγα σχόλια για τις λιγότερο γνωστές εκδηλώσεις τους: 

---1η ] Η Παρρησία και ισηγορία. Κάθε πολίτης είχε δικαίωμα να εκφέρει τη γνώμη του για τα κοινά με πλήρη ελευθερία και για ίσο χρόνο, «αδεώς» χωρίς φόβο, χωρίς δηλαδή να κινδυνεύει για τα λεγόμενά του και κανένας δεν αποκλείεται από το βήμα λόγω  της μη ευκλεούς καταγωγής του ούτε επειδή κάνει επάγγελμα για να εξασφαλίσει τα προς το ζήν, αλλά αυτοί είναι που ακούγονται προσεκτικά, λέει ο Αισχίνης. O δε Ισοκράτης ξεκαθαρίζει : «Παρρησία ουκ έστι καταλελυμένης δημοκρατίας». Δεν υπάρχει ελευθερία λόγου αν έχει καταλυθεί η Δημοκρατία. 

---- 2η]  Η νομιμοποίηση μόνον του λαού  να κυβερνά και να δικάζει  μέσω της ψήφου και της αρχής της πλειοψηφίας αλλά και της κληρώσεως.  «Ανήρ ιδιώτης εν πόλει δημοκρατουμένη νόμω και ψήφω βασιλεύει. Όταν δε ετέρω ταύτα παροδώ, καταλέλυκε αυτός αυτού τη δυναστείαν». Ο άνδρας πολίτης στη δημοκρατούμενη πόλη βασιλεύει μέσω του νόμου και της ψήφου. Όταν παραβλέψει κάποιο από αυτά καταλύει ο ίδιος τη δυναστεία του, λέει ο Αισχίνης.  

«Κληρωτέον είναι τας αρχάς»  θεωρεί ο Αριστοτέλης το κύριο γνώρισμα της Δημοκρατίας. Όλη η φράση του είναι «Δημοκρατικόν εστί κληρωτέον είναι τα αρχάς το δε αιρετόν ολιγαρχικόν». Τα όργανα της πολιτείας είναι πολυμελή και απαρτίζονται από πολίτες που κληρώνονται συνήθως ή εκλέγονται για ετήσια θητεία εκτός ρητών εξαιρέσεων, όπως αυτής των στρατιωτικών αξιωμάτων. «Άρχειν δε τας μεν κατά πόλεμον αρχάς έξεστι πλεονάκις, των  δ’ άλλων ουδεμίαν, πλην βουλεύσαι δις» αναφέρει ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία. Το πολυμελές των εκλεκτορικών δικαστικών και ελεγκτικών οργάνων εισήχθη με βάση την αρχή ότι «ευδιαφθωρότεροι οι ολίγοι των πολλών εισί, και κέρδει και χάρισι».       

 ---- 3η ] Ισοπολιτεία και διάκριση των εξουσιών. Όλοι οι πολίτες μπορούν να καταλάβουν όλες τις πολιτειακές θέσεις  ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. «Αιρείσθαι πάντας εκ πάντων» ήταν το δόγμα. Οι κατ’ εκλογή άρχοντες εκλέγονται από όλους τους πολίτες και όλοι οι πολίτες μπορούν να εκλεγούν άρχοντες, εκτός των περιπτώσεων που ορίζει ρητά ο νόμος. Η κατάκτηση αυτή έρχεται ακριβώς μετά τους Περσικούς Πολέμους.

Αρχικά η νομοθεσία του Σόλωνα δεν επέτρεπε το στην κατώτερη κοινωνική τάξη τους θύτες να καταλαμβάνουν αξιώματα, Αυτοί δικαιούνταν μόνον να κληρώνονται ως δικαστές και να συμμετέχουν στην εκκλησία του Δήμου. Ο δικαιολογητικός λόγος του αποκλεισμού των θυτών από την κυβέρνηση ήταν ότι οι άρχοντες ήταν υποχρεωμένοι να παράσχουν στην πόλη «τα ενέχυρα της ουσίας αυτών» δηλαδή να υποθηκεύσουν την περιουσία τους ως εγγύηση της χρηστής διοίκησής τους και οι θύτες δεν διέθεταν καμία περιουσία. Μετά όμως τους μηδικούς πολέμους που κέρδισαν αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι, πολεμώντας ως οπλίτες και ναύτες, με νόμο του Αριστείδη, τον οποίο έφερε μολονότι ολιγαρχικός, θεσπίσθηκε δικαιωματικά  και το δικό τους δικαίωμα να άρχουν.  Την αρχή της διάκρισης των εξουσιών μας την παραδίδει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του και όχι ο Μοντεσκιέ: «Έστι δη τρια μόρια των πολιτειών … εν μεν τι το βουλευόμενον περί των κοινών, δεύτερον δε το περί τας αρχάς, … τρίτον δε τι το δικάζον». Καθαρά πράγματα.                                                                                                                                                                                              

  ---- 4η] Η συμμετοχή των πολιτών στα όργανα της πολιτείας και στην πολιτική ζωή της πόλης είναι απολύτως υποχρεωτική.  Κι αυτό ισχύει ακόμα και στην περίπτωση εμφύλιας σύρραξης. Η σχετική διάταξη της Σολώνειας νομοθεσίας είναι πραγματικά περίφημη. «Ος αν σταζιούσης πόλεως μη θήτε τα όπλα μηδε μεθ’ ετέρων, άτιμον είναι και της πόλεως μη μετέχειν». Όποιος δηλαδή  σε εποχή που εκδηλώνεται σταση , δεν παίρνει τα όπλα υπέρ κάποιας πλευράς να θεωρείται άτιμος και να χάνει τα πολιτικά του δικαιώματα. «Τον μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλά αχρείο νομίζομεν είναι», λέγει ο Περικλής στον Επιτάφιο. Αυτόν που δε μετέχει στα κοινά ενεργά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά αχρείο – άχρηστο. Και ο Αριστοτέλης εξαντλεί το θέμα   με τη φράση πολίτης είναι αυτός που μετέχει κρίσεως (δικαστικής) και αρχής          .                                                                                                                                                                                                                         

---- 5η] Η λογοδοσία όλων των αρχόντων.  Οι πάντες λογοδοτούν και κυρίως οι εκλεγμένοι (στρατηγοί – ταμίες) αλλά και οι ρήτορες που αναλάμβαναν δημόσια υπηρεσία στην εκκλησία του δήμου και όσοι αναλάμβαναν ιερατικό αξίωμα με εκλογή. Λογοδοτούν τόσο προληπτικά όσο και απολογιστικά. Λέει ο Δημοσθένης στον Περί Στεφάνου ότι στη βουλή, κατά τη διαδικασία που ονομαζόταν «ανάκρισις», «άπαντος του βίου αυτών λόγω διδόναι» και «πως έκαστος τα εαυτού διώκησε»,  δίνουν δηλαδή λόγο για όλη τους τη ζωή και πως καθένας διοίκησε τα δικά του, πως χειρίστηκε τις προσωπικές του υποθέσεις. Οι άρχοντες είχαν υποχρέωση να δηλώσουν κάθε περιουσιακό τους στοιχείο καθώς και το «πόθεν έσχον» και να υποθηκεύσουν την ακίνητη περιουσία τους μέχρι την αποχώρησή τους από το αξίωμα και το πέρας της λογοδοσίας τους. Η διαχείρισή τους μάλιστα ελεγχόταν σχεδόν κάθε μήνα με την «επιχειροτονίαν» και μετά το τέλος της θητείας τους αυτοί είχαν υποχρέωση συνολικής λογοδοσίας στο σώμα των «Εύθυνων» και απαγορευόταν να απομακρυνθούν από την πόλη πριν τελειώσει η διαδικασία.                                                                                                                                                                                                          

---- 6η] Οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο. «Των νόμων ίσον μετέχειν πάντας» λέει ο Δημοσθένης και προσθέτει «Άντικρυς οι κύριοι νόμοι λέγουσι. Μη τιθέναι νόμον, εάν μη τον αυτόν επί πάσι τοις πολίταις». Δηλαδή οι θεμελιώδεις νόμοι (το σύνταγμα θα λέγαμε σήμερα) επιβάλλει ότι απαγορεύεται η θέσπιση νόμου, που δεν θα ισχύει για όλους τους πολίτες.  Και στο ίδιο μήκος κύματος ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια λέει ότι αδικία υπάρχει όταν οι  ίσοι δεν έχουν τα ίσα και όταν οι άνισοι  έχουν τα ίσα.                                                                                                                                                                              

---- 7η] Δεν υπάρχει ποινή  χωρίς νόμο και χωρίς δίκη. Το αττικό δίκαιο είναι η βάση της θεμελιώδους αρχής του ποινικού δικαίου που τη μαθαίνουμε στις νομικές σχολές στα λατινικά με τη φράση nullum crimen nulla poena sine lege κα όχι στα Ελληνικά.  Η αρχή μας παραδίδεται από τον Δημοσθένη. «Κατά νόμους αι τιμωρίαι» Οι ποινές δηλαδή επιβάλλονται σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους. «Το αδίκημα σαφές και εναργές εκ των νόμων» και «νόμοις προ των αδικημάτων τεθειμένοις τας τιμωρίας είναι».   Δηλαδή οι ποινές έχουν καθοριστεί με νόμους που ισχύουν προ των αδικημάτων.

Ο δε Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία ξεκαθαρίζει: «Άνευ δικαστηρίου γνώσεως ουδένα των πολιτών θνήσκειν» και «μέσον γαρ αιτίας και ελέγχου, κρίσις». Δηλαδή κανένας δεν τιμωρείται με θάνατο χωρίς δικαστική απόφαση και μεταξύ κατηγορίας και τιμωρίας παρεμβάλλεται η δικαστική κρίση.  Και ο Δημοσθένης συνεπικουρεί στον κατ’ Αριστοκράτους.  « Ανόσιον και δεινόν τον αναίτιον εκδιδόναι προ δίκης». Είναι ανόσιο και φοβερό να παραδίδεται προς τιμωρία ο αθώος πριν δικαστεί και το ίδιο συμβαίνει αν τιμωρηθεί «άνευ λόγου» δηλαδή χωρίς απολογία μας, λέγει στον κατά Τιμοκράτους. Δεν υπάρχει επίσης ισότητα στην παρανομία.  «Ου γαρ, ει τι πώποτε μη κατά νόμους επράχθη, εξείναι τινά αποφεύγειν ταυτά πράξαντα, αλλά τουναντίον πολύ μάλλον αλίσκεσθαι δια ταύτα»  Δηλαδή, αν διαπράχθηκε παρανομία χωρίς ο υπεύθυνος να τιμωρηθεί απαγορεύεται να παραμένει ακαταδίωκτος όποιος διαπράττει την ίδια και αντιθέτως πρέπει να καταδικάζεται σε βαρύτερη ποινή.

  ---- 8η] Ο νόμος  ισχύει πάντα για το μέλλον διότι η αναδρομικότητα είναι γνώρισμα της τυραννίας και απαγορεύεται η ανατροπή  δικαστικής απόφασης με νεώτερο νόμο. « Τα δεδικασμένα άκυρα ποιείν και δεινόν και ανόσιον εστί και δήμου κατάλυσις» λέγει ο Δημοσθένης  και προσθέτει  « ει τις τα ψήφω κεκριμένα νομω καινώ λύει, κακουργεί» [Δημ. Τιμ. 152]. Η παροχή δικαστικής προστασίας είναι υποχρέωση της πόλης καθώς «μηδένα αποστερείσθαι του δίκας τυχείν».                                                       

 ---- 9η] Κατοχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορου-μένου, καθώς και το δικαίωμα στο φυσικό δικαστή. Κανένας δε θεωρείται ένοχος παρά μόνον αφού αποδειχθεί δικαστικά ότι είναι, και προηγουμένως οι κατηγορίες που του αποδίδονται είναι απλές ονομασίες, λέγει ο Δημοσθένης (κατά Αριστοκρ. 26). « Πάντα τα τοιαύτα ονόματα, προ μεν του κρίσιν γενέσθαι αιτιών ονόματα έστιν, επειδάν τις εξελεγθεί τινηκαύτα αδικήματα γίγνεται». Οι κατηγορίες δηλαδή γίνονται αδικήματα όταν εκδοθεί δικαστική απόφαση. Συνεπώς ούτε το τεκμήριο της αθωότητας είναι προιόν της γαλλικής διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου  και του πολίτη του 1789 , όπως εσφαλμένα διδάσκεται στις σύγχρονες  νομικές σχολές.  Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα στο φυσικό δικαστή. «Ουκ έξεστι παραβαίνειν το διορισμένον εκ του νόμου δικαστήριον». Απαγορεύεται  δηλαδή  να δικάζεται ο πολίτης από άλλο  δικαστήριο εκτός από το εκ του νόμου ορισμένο, μας παραδίδει ο Δημοσθένης στον κατά Αριστοκράτους λόγο του.

---- 10η ] Υιοθετείται η αρχή του δεδικασμένου. Αυτή απαγορεύει την εκ νέου εξέταση ζητήματος που ήδη εξετάστηκε από τα δικαστήρια και αποδίδεται εσφαλμένα  στο ρωμαϊκό δίκαιο με τη λατινική φράση  ne bis in idem που σημαίνει « όχι δύο φορές για το ίδιο πράγμα». Ο Δημοσθένης στον προς Λεπτίνην λόγο του μας παραδίδει την αρχή με την εξής διατύπωση: «Οι νόμοι ουκ εώσι δις προς τον αυτόν υπερ των αυτών, ούτε δίκας, ούτε ευθύνας, ούτε διαδικασίαν, ούτε άλλο τοιούτον ουδεν είναι» Οι νόμοι δεν επιτρέπουν να διωχθεί το ίδιο πρόσωπο δύο φορές  για την ίδια αιτία, είτε πρόκειται για δίκες είτε για λογοδοσίες είτε για οτιδήποτε άλλο ανάλογο. Και στον κατά Τιμοκράτους : « Ο νόμος ουκ εά  περί ων άπαξ γνω δικαστήριον πάλιν χρηματίζειν». Ο νόμος δεν επιτρέπει την επανάκριση όσων έχουν κριθεί από το Δικαστήριο.

---- 11η Απαγορεύονται τα βασανιστήρια για τους πολίτες και τους μέτοικους και δεν υπάρχουν φυλακές με τη σημερινή έννοια.   Υπάρχει το περίφημο ψήφισμα του Σκαμανδρίου που απαγορεύει τα βασανιστήρια, τα οποία ωστόσο ήταν επιτρεπτά για τους δούλους σε ιδιωτικές μόνον δίκες όταν δεν υπήρχαν άλλα αποδεικτικά μέσα.  Φυλακές στις οποίες εκτίονταν μακροχρόνιες περιοριστικές της ελευθερίας ποινές  ήταν άγνωστες στην Αθήνα. Η στέρηση της ελευθερίας επιτρεπόταν μόνον για χρέη των πολιτών  προς το δημόσιο  μέχρι την πληρωμή των οποίων ο υπόχρεος κρατούνταν στο «δεσμωτήριο» στο οποίο περιορίζονταν και οι καταδικασμένοι σε θάνατο για λίγες μέρες μέχρι την εκτέλεση της ποινής. Στο δεσμωτήριο πέθανε ο Σωκράτης αλλά και ο Μιλτιάδης ο ήρωας του Μαραθώνα όταν καταδικάσθηκε άρρωστος  για την αποτυχημένη εκστρατεία κατά της Πάρου σε πρόστιμο 50 ταλάντων που δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει διότι τον πρόλαβε ο θάνατος μετά από λίγο καιρό.                                                                                            

----  12η ] Τέλος υπάρχει έννομη προστασία  και για τους ξένους και για τους δούλους.  Για τους τελευταίους ο Δημοσθένης στο κατά Μηδείου ξεκαθαρίζει: Ο νόμος αξιώνει να μη κακοποιούνται οι δούλοι.  «Οι παραβαίνοντες τον νόμον τούτον ζημιούται θανάτω» επειδή ο νομοθέτης έκρινε ότι είναι βαρύτατο αδίκημα η κακοποίηση του δούλου και γι΄ αυτό έδωσε την «υπερ δούλου γραφήν» δηλαδή δικαίωμα μήνυσης υπερ του δούλου. Και « αν τις Αθηναίων ελεύθερον παίδα υβρίσει γραφέσθω ο κύριος του παιδός προς τους θεσμοθέτας τίμημα επιγραψάμενος, ω αν το δικαστήριον καταψηφισθή. Παραδοθείς τοις ένδεκα τεθνάτω αυθημερόν. Ένοχοι δε έστωσαν αυταίς ταις αικείες οι εις οικετικά σώματα εξαμαρτάνοντες» Αν κάποιος Αθηναίος ασελγεί πάνω σε παιδί, ο κηδεμόνας του υποχρεούται να καταθέσει μήνυση προτείνοντας και την ποινή για την οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Αν καταδικαστεί σε θάνατο εκτελείται αυθημερόν. Να καταδικάζονται δε ως ένοχοι με τις ίδιες κατηγορίες και όσοι ασελγούν πάνω σε σώματα δούλων.  Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Αντιφών « Η ψήφος ίσον δύναται τω δούλω αποκτείναντι και τω ελεύθερον». Στους δε δημόσιους δούλους αναγνωριζόταν το δικαίωμα να αποκτούν ατομική περιουσία και να ασκούν ένδικα μέσα κατά ελευθέρων πολιτών. Μας το παραδίδει ο Αισχίνης στο κατά Τιμάρχου: « έστι τις Πιττάλακτος, άνθρωπος δημόσιος οικέτης της πόλεως ευπορών αργυρίου … κατά Τιμάρχου και Ηγησάνδρου δίκην λαγχάνει» . Ο δούλος υποβάλλει μήνυση κατά ελευθέρων.


 

3ο μέρος: Η συμβολή της επικούρειας φιλοσοφίας στο δίκαιο


Στην  εποχή του Επίκουρου η Δημοκρατία έχει ηττηθεί και το πολίτευμα έχει αλλοιωθεί. Ο  Δημήτριος ο Πολιορκητής έχει έλθει στην Αθήνα επικαλούμενος τη Δημοκρατία και ανατρέποντας το διορισμένο από τον Κάσσανδρο «ως επιστάτην»  (δηλαδή δικτάτορα) της πόλης Δημήτριο Φαληρέα, τον περιπατητικό (Αριστοτελικό) φιλόσοφο που την κυβέρνησε για μια δεκαετία. Σύντομα μεταβάλλεται και αυτός σε τύραννο που μάλιστα κατοικεί στον Παρθενώνα. Στις συνθήκες αυτές ο Επίκουρος συνθέτει τη φιλοσοφία του ασχολούμενος ιδιαίτερα με τη δικαιοσύνη στην οποία αφιερώνει τις δέκα (10) από τις σαράντα (40) κύριες δόξες του  με σκοπό να καταδείξει την πραγματική της βάση  λιτά και ακριβόλογα, ώστε οι άνθρωποι «μη φωναίς κεναίς εαυτούς συνταράττουσιν αλλά εις τα πράγματα βλέπουσιν», να μη πέφτουν δηλαδή  σε σύγχυση από τα κούφια  λόγια  αλλά να βλέπουν την πραγματικότητα.


Το θεμέλιο που θέτει είναι ο επαναπροσδιορισμός του περιεχομένου της έννοιας της δικαιοσύνης στην οποία προσδίδει υλικό αντικείμενο ξεκαθαρίζοντας πρώτον ότι δεν υπάρχει καθ’ εαυτή, «ού ην τι καθ’ εαυτό δικαιοσύνη»  και άρα  δεν έχει και σχέση με θεούς και δαίμονες ούτε με άλλες μεταφυσικές οντότητες και δεύτερον ότι το νόημά της είναι η για ορισμένο χρόνο κατά τόπους συμφωνίες των ανθρώπων που έχουν ως σκοπό  να μην αλληλοβλάπτονται στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως ρητά αναφέρεται στην 33η κύρια δόξα.

Επίσης στην 31η κύρια δόξα, προσδίδει υλικό αντικείμενο και στην έννοια του φυσικού δικαίου το οποίο δέχεται ότι υπάρχει. «Το της φύσεως δίκαιον εστί σύμβολον του συμφέροντος εις το μη βλάπτειν αλλήλους ή βλάπτεσθαι» λέει. Το φυσικό δίκαιο λέει, είναι στην ουσία το  συμφέρον  των ανθρώπινων όντων να μην αλληλοβλάπτονται. Και πράγματι το συγκεκριμένο συμφέρον απορρέει από τη φύση μας καθώς η ασφάλεια, που είναι το κύριο αντικείμενο του δικαίου, κατατάσσεται στις αδήριτες αναγκαιότητες του όντος μας, που παράγουν τις αντίστοιχες επιθυμίες που πρέπει να πραγματώνονται οπωσδήποτε, αλλιώς αναιρείται η ύπαρξή μας.

Με τον τρόπο αυτόν η φιλοσοφία μας συνδέει εμπράγματα και το δίκαιο με την κύρια παραδοχή της, ότι σκοπός της ζωής είναι η αταραξία της ψυχής η φυσική αιτία της χαράς, δηλαδή η ηδονή με το επικούρειο περιεχόμενό της, που δεν περιλαμβάνει «τας των ασώτων ηδονάς». 
Στην 32η κύρια δόξα συμπληρώνεται για την καλύτερη κατανόηση της ανυπαρξίας μεταφυσικής αιτίας στην έννοια της δικαιοσύνης, ότι δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο στα έμβια όντα που εκ φύσεως «μη εδύναντο συνθήκας ποιείσθαι τας υπερ του μη βλάπτειν άλληλα μηδε βλάπτεσθαι». 

Για να υπάρξει δηλαδή δίκαιο αφενός χρειάζεται ικανότητα σύναψης συμφωνίας και αφετέρου πράγματι σύναψη συμφωνίας, καθώς δε φτάνει το λεγόμενο περί δικαίου αίσθημα, που είναι αόριστο και  στηρίζεται στη φυσική επιθυμία κάθε ανθρώπου να μη βλάπτεται. Και μάλιστα σύναψη συμφωνίας σε κοινωνικό επίπεδο να μη βλάπτεται και κανένας άλλος. Αυτή  μάλιστα για να έχει αξία πρέπει να εξειδικεύεται με συγκεκριμένους κανόνες – νόμους που  μπορούν να επιβληθούν όχι με ευχολόγια αλλά με εκτέλεση, δηλαδή με την άσκηση έννομης βίας από επίσης συμφωνημένο και θεσπισμένο για το έργο αυτό δημόσιο μηχανισμό στελεχωμένο από λειτουργούς που έχουν ως αποστολή να εφαρμόζουν το νόμο  και να καταλογίζουν την ευθύνη όταν αναφύονται διαφορές μεταξύ των πολιτών.                

Η ύπαρξη τέτοιου μηχανισμού καθιστά «κακό» την αδικία επειδή προκαλεί φόβο σε όποιον παραβιάζει το νόμο μήπως δεν μπορέσει να ξεφύγει. Γιατί γι’ αυτόν η αδικία δεν αποτελεί κακό γιατί απλώς δεν είναι από μόνη της κακό.  [« ού καθ’ αυτήν κακόν» αναφέρει εύστοχα η 34η κύρια δόξα]. Αντιθέτως αποτελεί καλό και δεν αλλάζει την κατάσταση η απλή αποδοκιμασία της πράξης του από τους άλλους και τον αδικούμενο, αν δεν υπάρχει νόμος που να απειλεί ποινή, δηλαδή βλάβη του παραβάτη.

Αλλά το εντυπωσιακό για μας που παραλαμβάνουμε την επικούρεια φιλοσοφία στον 21ο αιώνα κι έχουμε την ιδιότητα του νομικού είναι τα αναφερόμενα  στην  36η, 37η, και 38η  κύριες δόξες που αποτυπώνουν με ενάργεια τη σχετικότητα που πράγματι υπάρχει στο θετικό δίκαιο το οποίο επηρεάζεται από την αλλαγή των συνθηκών και δικαιολογεί την έννοια «δίκαιο»  μόνον αν επιλύει πρακτικά τρέχοντα προβλήματα των ανθρώπων και της κοινωνίας τους.                                                

--- Στην 36η γίνεται δεκτό ότι από γενική άποψη το δίκαιο είναι το ίδιο για όλους γιατί συμφέρει στις ανθρώπινες σχέσεις η ύπαρξή του, αλλά επισημαίνεται ότι οι ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και οι εκάστοτε συνθήκες έχουν σαν συνέπεια να μην είναι το ίδιο πράγμα δίκαιο για όλους.              

--- Στην 37η  γίνεται λόγος για το όντως - το πραγματικό -  δίκαιο πάλι με υλικούς όρους καθώς εξηγείται πρώτον ότι από όσα δίκαια έχουν γίνει δεκτά από το νόμο πράγματι δίκαια είναι μόνον αυτό που έχει επιβεβαιωθεί ότι είναι συμφέρον για τις ανάγκες των ανθρώπινων σχέσεων «το επιμαρτυρούμενον ότι συμφέρει εν ταις χρείαις  της προς αλλήλους κοινωνίας» και δεύτερον ότι ακόμα κι αν υπάρξει αλλαγή (μετάπτωση) του συμφέροντος που προβλέπεται από τους θεσμοθετημένους νόμους  και πάψει να είναι ποια συμφέρον, για όσο χρόνο αυτό εναρμονιζόταν με το γενική περί δικαίου αντίληψη (το λεγόμενο περί δικαίου αίσθημα)  ήταν πραγματικό δίκαιο.                   

--- Τέλος με την  38η κύρια δόξα που είναι συμπληρωματική της προηγούμενης, επιτάσσεται η σημασία των συνθηκών και της αλλαγής τους ως παραγόντων επιρροής του περιεχομένου των νόμων. Λέει : «όπου χωρίς να έχουν αλλάξει οι συνθήκες (μη καινών γενομένων των περιεστώτων πραγμάτων), φάνηκε στην πράξη ότι όσα έχουν θεωρηθεί από το νόμο δίκαια, δεν είναι εναρμονισμένα «εις την πρόληψιν», (την περί δικαίου δηλαδή αντίληψη, το περί δικαίου αίσθημα), τότε αυτά δεν είναι δίκαια. Και όπου με νέες συνθήκες οι ίδιες διατάξεις έπαψαν να είναι, ήταν δίκαιες τότε που ήταν συμφέρουσες και πλέον δεν είναι δίκαιες.

    

Πολύ ενδιαφέρουσα και η συζήτηση που ακολούθησε

Οι απόψεις αυτές εκφράζονται περίπου απαράλλακτες στην βασική αρχή και πηγή του σύγχρονου αστικού δικαίου που διατυπώνεται με τη λατινική φράση “pacta sunt sevanda rebus sic stantibus” που σημαίνει ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται εφόσον οι συνθήκες παραμένουν ίδιες».  Αν δηλαδή αλλάξουν οι συνθήκες, όπως συμβαίνει την περίοδο της βαθειάς οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, το περιεχόμενο των συμφωνιών μπορεί να αλλοιώνεται ώστε όποιος από τους συμβαλλόμενους βρέθηκε σε θέση αδυναμίας λόγω ακριβώς αυτής της αλλαγής, να εκπληρώσει τη συμφωνία όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, χωρίς δηλαδή να καταστρέφεται.

Από την αρχή αυτή απορρέει νομοθεσία που υπάρχει σε όλες τις σύγχρονες έννομες τάξεις, η αξία της οποίας είναι πολύτιμη ειδικά στη χώρα μας, λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, καθώς τα δικαστήριά μας εφαρμόζουν σε μεγάλη πλέον έκταση τις απορρέουσες από την αρχή διατάξεις των αρθρων 388 και 288 του Αστικού Κώδικα που αφορούν στις συμβάσεις.  Η πρώτη από αυτές ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναγάγει την παροχή του ενός συμβαλλόμενου στο μέτρο που αρμόζει ή ακόμα και να λύσει τη σύμβαση αν τα περιστατικά στα οποία τα μέρη στήριξαν τη σύμβαση μεταβλήθηκαν από λόγους που ήταν έκτακτοι και δε μπορούσαν να προβλεφθούν και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του συμβαλλόμενου αυτού  έγινε υπέρμετρα επαχθής. Η δεύτερη ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή του όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει πέραν των δυνάμεών του αν η αδυναμία του προήλθε όχι σε λόγους που ανάγονται σε ευθύνη του αλλά λόγω της αλλαγής των συνθηκών. Όλη η νομολογία των δικαστηρίων των τελευταίων αιτών για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τα «κόκκινα» δάνεια στηρίζεται στην εφαρμογής των διατάξεων αυτών.     


ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

 

Με τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του φυσικού δικαίου με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η επικούρεια φιλοσοφία καταδεικνύει  ότι η αντίθεση μεταξύ φυσικού δίκαιου και θετικού δεν είναι υπαρκτή και υφίσταται μόνον αν στην έννοια του πρώτου υπαχθούν καταχρηστικά μεταφυσικά νοήματα.

Όταν λέμε δηλαδή φυσικό δίκαιο και εννοούμε μεταφυσικό πράγματι υπάρχει αντίθεση και σύγκρουση με το θετό από τα πολιτειακά όργανα δίκαιο. Και όπως πάντα τη λύση τη δίνει η πραγματικότητα που την αντιλαμβάνεται κανείς πλήρως με τη χρήση της φιλοσοφίας. Από τη φύση μας επιβάλλεται να μη ανεχόμαστε βλάβη στα ζωτικά μας συμφέροντα σε όλα όσα δηλαδή είναι  φυσικά και αναγκαία για τη ζωή μας. Αυτό καθορίζει αρχικά  και την περί του δικού μας δικαίου αντίληψή μας, το οποίο όταν παραβιάζεται παράγει πόνο και ανάγκη για αντίδραση. Επειδή όμως αναγνωρίζουμε ότι αυτό ακριβώς ισχύει και για τους άλλους ανθρώπους, για να ζήσουμε σε κοινωνία που παρέχει συλλογική ασφάλεια, πρέπει να συμφωνήσουμε μαζί τους να μην αλληλοβλαπτόμαστε τουλάχιστον στα βασικά, στα ζωτικά μας, συμφέροντα.

Έτσι λοιπόν προκύπτει η κοινωνική αναγκαιότητα θεσμοθέτησης βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα οποία στα σύγχρονα συντάγματα συγκροτούν το λεγόμενο σκληρό πυρήνα μη αναθεωρούμενων διατάξεών τους που αναφέρονται στις κατοχύρωση της αξίας του ανθρώπου, των βασικών ελευθεριών του και της ισότητας ενώπιον του νόμου, καθώς και της κατοχύρωσης της λαϊκής κυριαρχίας.

Αυτές οι διατάξεις αποτελούν την πεμπτουσία της δικαιοσύνης και ενέχουν αξίες φυσικοδικαϊκής προέλευσης. Είναι οι a priori αρχές, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του καθηγητή του Αστικού Δικαίου Μιχάλη Σταθόπουλου. Αυτές οριοθετούν το νομοθετικό δικαίωμα των πολιτειακών οργάνων και καθιστούν εντελώς  αδύνατο στο δικαστή να  εφαρμόσει νόμο που είναι αντίθετος στις διατάξεις αυτές, αποκλείοντας έτσι τη σύγκρουση του πράγματι φυσικού με το θετό δίκαιο και διαφυλάσσοντας το περί δικαίου αίσθημά του.                                                   

Αυτά λοιπόν για τον αρχαίο νομικό πολιτισμό και την συμβολή σε αυτόν της επικούρειας φιλοσοφίας το ηδέως ζήν της οποίας κατά το ένα τρίτο του περιέχει δικαιοσύνη και τα άλλα δύο είναι το καλώς και το φρονίμως, δηλαδή η ομορφιά και η φρόνιση, διότι:  ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΗΔΕΩΣ ΖΗΝ ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΦΡΟΝΙΜΩΣ ΚΑΙ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΟΥΔΕ ΦΡΟΝΙΜΩΣ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΑΝΕΥ ΤΟΥ ΗΔΕΩΣ . Δεν υπάρχει ευτυχισμένη ζωή χωρίς φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη ούτε όταν υπάρχει φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη είναι δυνατόν η ζωή να είναι δυστυχισμένη.

Υπάρχει  μήπως σε αυτό κάτι που δεν αντιστοιχίζεται με την πραγματικότητα;  

 

Α. Μπιλίσης

2 Μαρτίου 2016

 

Η εισήγηση "Περί Δικαίου", κάπως περιορισμένη, εκφωνήθηκε και στο 6ο Πανελλήνιο Συμπόσιο επικούρειας φιλοσοφίας,

την 1η του ημέρα: Σάββατο 6 Φεβρουαρίου.